
Ένας πολύ καλός φίλος της στήλης, ο Άλκης Πολυράκης, μάς έστειλε ένα email/επιστολή, σχετικά με την μπασκετική ΑΕΚ. Δεν αναφέρεται απλά στον υποβιβασμό, αλλά σε όλη τη νεότερη μπασκετική ιστορία της Ένωσης τα τελευταία 25 χρόνια, μέσα από τα μάτια ενός οπαδού της, αλλά και φιλάθλου του μπάσκετ. Τη δημοσιεύουμε αυτούσια και τον ευχαριστούμε θερμά.
"Για ποια ΑΕΚ να κλάψω;
Στον μυαλό μας αντιλαμβανόμαστε την οντότητα μιας ομάδας ως τρεις υποστάσεις: Την εταιρεία, τα πρόσωπα και την ιδέα. Για την ΚΑΕ δεν νομίζω να κλάψει κανείς. Ακόμα και στην χώρα όπου βασιλεύουν η κομπίνα και η λαμογιά, η προκλητικά συνεχιζόμενη λειτουργία της συγκεκριμένης ανώνυμης εταιρείας είναι προσβολή για κάθε φορολογούμενο πολίτη. Για τα πρόσωπα που αυτή τη στιγμή συγκροτούν την ομάδα ίσως αξίζει να στενοχωρηθείς. Ειδικά για τους δύο ανθρώπους που έχουν ζήσει μεγάλες στιγμές με την φανέλα της, τον Άγγελο και τον Δήμο και λογικά θα πονάνε περισσότερο, αλλά και για το φιλότιμο παιδιών όπως ο Δορκοφίκης και ο Νικολαΐδης. Για τους φιλάθλους λίγο με νοιάζει. Αδιαφορώ και για εμάς που την έχουμε εγκαταλείψει εδώ και χρόνια και ακόμα περισσότερο για αυτούς που πάνε στο γήπεδο για να τρομοκρατήσουν τους αντιπάλους.
Για την ιδέα ναι, αξίζει να ξοδέψει κανείς τα δάκρυά του. Όχι για τον υποβιβασμό, που σίγουρα πονάει αλλά εδώ έχουν πέσει κοτζάμ Λιμόζ και Καντού, αλλά για την κατάντια της τα τελευταία χρόνια της κοροϊδίας (στους παίκτες) και της επαιτείας (στο κράτος). Θα εκμεταλλευτώ την φιλοξενία του παρόντος blog για να μοιραστώ μαζί σας τι σημαίνει για μένα η λέξη βασίλισσα και για να θυμίσω πως αν και η σημερινή κατάσταση είναι πρωτοφανής, η ΑΕΚ από καταβολής Α1 έχει περάσει πολύ περισσότερα χρόνια μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας παρά δόξας.
Γνώρισα το μπάσκετ όπως οι περισσότεροι Έλληνες της γενιάς μου, με την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ το '87. 12 χρονών τότε και κάτοικος εξωτερικού, το αγάπησα παράφορα. Η παρακολούθηση αγώνων δεν μου αρκούσε, ήθελα να μάθω τα πάντα για αυτό και ελλείψει internet ξημεροβραδιαζόμουν στη βιβλιοθήκη όπου μελέτησα κάθε πιθανή βιβλιογραφία για κανονισμούς, συστήματα, και βεβαίως την ιστορία του αθλήματος. Με είχε πληγώσει λίγο το γεγονός ότι η ομάδα μου δεν είχε εκπρόσωπο στην Εθνική ομάδα και ήθελα να μάθω για την σχέση της με το μπάσκετ. Εκείνη την χρονιά είχε τερματίσει στην 7η θέση της νεοσύστατης Α1. Γρήγορα ανακάλυψα το έπος του 1968 και τα πρωταθλήματα του μακρινού παρελθόντος. Όσο για το παρόν, ξεκοκάλιζα την μοναδική Ελληνική αθλητική εφημερίδα που ερχόταν στις Βρυξέλλες εκείνα τα χρόνια (Φίλαθλος) για πληροφορίες. Δεν έγινα ιδιαίτερα σοφότερος, αλλά έμαθα βρε παιδί μου τι σήμαινε Αγιασωτέλης και ότι ο Αριδάς δεν ήταν κωμόπολη της Πέλλας.
Επιστροφή στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1988, με τρομερή δίψα για μπάσκετ. Εκείνο τον καιρό η Εθνική Εφήβων αγωνιζόταν στο Πανευρωπαϊκό του Titov Vrbas της Γιουγκοσλαβίας. Η πρώτη φάση των αγώνων δεν είχε τηλεοπτική κάλυψη κι έτσι ήμουν αναγκασμένος να ακούω από το ραδιόφωνο τα κατορθώματα μιας σπουδαίας γενιάς, κάποιοι εκ των οποίων έμελε να αγωνιστούν στην ΑΕΚ στο προσεχές ή απώτερο μέλλον: Κορωνιός, Ποδαράς, Μυλωνάς και φυσικά ο Νάσος Γαλακτερός. Ο ημιτελικός της διοργάνωσης απέναντι στην Ιταλία μεταδόθηκε από την τηλεόραση και έληξε με ήττα στην παράταση. Ήταν η πρώτη φορά που είδα αυτόν που έμελε να γίνει ο αγαπημένος μου μπασκετμπολίστας να κάνει ένα διαφορετικό είδος... dancing with the stars από αυτό στο οποίο επιδίδεται σήμερα και να σταματάει στους 39 πόντους πριν αποβληθεί με 5 φάουλ εν μέσω standing ovation.

Και τότε έγινε το απίστευτο: Ο περιζήτητος νεαρός κατέληξε στην ΑΕΚ! Μαζί του ήρθαν με αστρονομικά ποσά (που δεν έμελε να πάρουν ποτέ) ο Ντάνι Βρέινς, ο συγχωρεμένος Κρέζιμιρ Τσόσιτς ως προπονητής και άλλοι όπως ο Χρήστος Κουντουράκης ο οποίος μπορεί να μην έκανε μεγάλη καριέρα αλλά το γεγονός ότι μετακόμισε από ομάδα της Θεσσαλονίκης στην Αθήνα ήταν ιδιαίτερα σπάνιο εκείνη την εποχή. Ποιος ήταν ο κουβαρντάς πρόεδρος που έκανε όλα αυτά τα δώρα στην μπασκετική ΑΕΚ; Ο Μάκης Ψωμιάδης... Η χρονιά άρχισε πολύ άσχημα με τον Νάσο να τραυματίζεται σοβαρά στην πρεμιέρα στη Νέα Σμύρνη (αν θυμάμαι καλά, το γήπεδο πρέπει να είχε ακόμα πλαστικό κάτω και όχι παρκέ) και τελείωσε με τον Βρέινς να καταγγέλλει ιστορίες με χαρτονομίσματα σε σακούλες σκουπιδιών και απαγωγή ενός φίλου του από μπράβους, ψίθυρους για δωροδοκία της Ζαλγκίρις Κάουνας και τον Ψωμιάδη να... αυτοπυροβολείται και τέλος να φυγαδεύεται στο εξωτερικό για να αποφύγει την σύλληψη. Ναι, ο ίδιος άνθρωπος που ακόμα και σήμερα είναι ουσιαστικός ιδιοκτήτης ΠΑΕ. Ήταν η πρώτη φορά που θυμάμαι την μπασκετική ΑΕΚ να απασχολεί τον κόσμο περισσότερο για τα εξωαγωνιστικά, και δυστυχώς σε καμία περίπτωση η τελευταία. Στο μυαλό μου έχουν μείνει εικόνες από τον Γαλακτερό να κάνει ατομική προπόνηση με σουτάκια στο Μόσχος κι εγώ να τον χαζεύω από την κερκίδα... Ίσως το μεγαλύτερο χαμένο ταλέντο του Ελληνικού μπάσκετ, εκρηκτικός και τρομερά αλτικός την εποχή που τα τριάρια ακόμα αγκυροβολούσαν στο τρίποντο, αλλά και πολύ καλός αμυντικός αν και το ξεχνούν πολλοί -από τους λίγους που δυσκόλευε ακόμα κι αυτόν τον Ζάρκο Πάσπαλιε-. Χάθηκε λόγω των πολλών τραυματισμών αλλά και της οκνηρίας που τον διέκρινε.
Τα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι τα μέσα των 90s η κατάσταση στο Ελληνικό μπάσκετ άλλαζε, στην ΑΕΚ όχι. Αρκετοί καλοί παίχτες φόρεσαν την φανέλα της όπως ο Κώστας Παταβούκας, ο Tony White, ο Δημήτρης Ποδαράς, ο Rolando Blackman, ο Marco Milicevic, ο Dereck Hamilton και φυσικά πολλοί, μα πάρα πολλοί απίθανοι. Και διοικήσεις. Από προέδρους και διοικήσεις, άλλο τίποτα. Μόνιμη φτώχια, μόνιμη γκρίνια, μονίμως παίχτες να διαμαρτύρονται για τα δεδουλευμένα και τελικά να φεύγουν για άλλες πολιτείες. Μοναδική αναλαμπή ίσως της εποχής η νίκη επί του κραταιού ΠΑΟΚ στον ημιτελικό του κυπέλλου Ελλάδος 1992 πριν υποκύψει απέναντι στον Άρη στον τελικό του ΣΕΦ. Χαρακτηριστικό: οι παίκτες αγωνίστηκαν απροπόνητοι και απλήρωτοι. Μόνιμη υποσημείωση στη νεώτερη ιστορία της ΑΕΚ.

Ξαφνικά όμως όλα έδειχναν να αλλάζουν. Ο Μίστερ ΦΑΓΕ Φιλίππου με το πρωτοπαλίκαρο Γρανίτσα αναλαμβάνουν τις τύχες της ΑΕΚ το 1995, και για πρώτη φορά η ομάδα διοικείται από οικονομικά ισχυρό παράγοντα και μετακομίζει στο ΟΑΚΑ. Τις τύχες της αναλαμβάνει ο Βλάντο Τζούροβιτς και καταφθάνουν στις τάξεις της οι Διόσκουροι της Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας Εθνικής Εφήβων, Νίκος Χατζής και Μιχάλης Κακιούζης. Ο συμπαθής Σέρβος συγκροτεί ένα περίεργο συνονθύλευμα από νεαρούς και ρολίστες και η πρώτη εύρωστη χρονιά στην ιστορία της ΑΕΚ είναι καταστροφική: 10η θέση και η ομάδα εκτός Ευρώπης. Εγώ όμως ήμουν χαρούμενος... για πρώτη φορά υπήρχε αισιοδοξία για το μέλλον. Πραγματικά, την επόμενη σεζόν ανέλαβε τις τύχες της ο Γιάννης Ιωαννίδης και την έφτασε μέχρι την δεύτερη θέση πίσω από τον ανίκητο τότε Ολυμπιακό. Σημειώστε μια περίεργη συγκυρία: και οι τρεις μεγάλοι της Αθήνας την χρονιά πριν την αναγέννησή τους τερμάτισαν εκτός 8άδας και Ευρωπαϊκών διοργανώσεων, και την επομένη σεζόν δεύτεροι. Ήταν η πρώτη χρονιά του νόμου Μποσμάν και οι πολλοί "κοινοτικοί" άφηναν μια παράξενη γεύση.
Την σεζόν 1997-98 την θυμάμαι με ανάμεικτα συναισθήματα. Η παρουσία της ΑΕΚ σε final four Ευρωλίγκας και μάλιστα στον τελικό της Βαρκελώνης ήταν όνειρο ζωής, όμως η αλλαγή φρουράς στο Ελληνικό μπάσκετ και η παντοδυναμία των αδερφών Γιαννακόπουλων που ξεκινούσε οδήγησε σε μια με-το-έτσι-θέλω άδικη ήττα στον ημιτελικό του πρωταθλήματος και τελική η ομάδα έμεινε στην 4η θέση και εκτός Ευρωλίγκας. Άντερσεν, Αλεξάντερ, Κολντεμπέλα χαρακτηριστικές μορφές σε μια ΑΕΚ που οι Έλληνες είχαν περάσει σε δεύτερη μοίρα.
Μεσολάβησε μια μέτρια σεζόν με τον Τσακαλίδη να είναι πλέον η κολόνα και τον Ντικούδη να προσπαθεί να βρει λίγο χρόνο συμμετοχής έναντι του Αρλάουκας. Και φτάνουμε στη χρονιά που θεωρώ πως η ΑΕΚ είχε το καλύτερο ρόστερ της σύγχρονης ιστορίας της: 1999-2000. Πρωτάθλημα δεν πήρε καθώς ο Παναθηναϊκός διέθετε υπερομάδα, αλλά κατέκτησε το Κύπελλο Σαπόρτα παίρνοντας μια μίνι εκδίκηση από την Κίντερ για τον χαμένο τελικό του 1998 και το Κύπελλο Ελλάδος. Είχα βρεθεί στο νεόκτιστο κλειστό της Πυλαίας για εκείνο το final four κυπέλλου και θυμάμαι το διήμερο πολύ νοσταλγικά, ειδικά αναλογιζόμενος πως φέτος παρά λίγο να μην κατορθώσουμε να διοργανώσουμε καν τελικό Κυπέλλου Ελλάδος. Πλην των γνωστών φυσικά Χατζή-Κακιούζη, Κορωνιός, Μιούρσεπ, Μπούι και οι πλέον ώριμοι Ντικούδης και Τσακαλίδης συνέθεταν ένα πολύ δυνατό σύνολο. Κι όμως λίγοι θυμούνται ότι εκείνη η ομάδα είχε χτιστεί περίπου στην τύχη. Ειδικά οι ξένοι παίκτες ήταν οι τέταρτη και πέμπτη επιλογή του Ντούσαν Ίβκοβιτς ως μεταγραφικοί στόχοι σε ένα καλοκαίρι που κατόρθωσε να απορρίψει ακόμα και τον Θοδωρή Παπαλουκά. Όμως δεν άρμοζε γκρίνια σε μια σεζόν στην οποία η ΑΕΚ ξανακέρδισε τίτλους για πρώτη φορά μετά από το μακρινό 1981.

Ο Ίβκοβιτς οδήγησε και την επόμενη χρονιά την ΑΕΚ στην κατάκτηση του Κυπέλλου και πάλι εναντίον του ΠΑΟ αυτή τη φορά στην Αθήνα, δεν κατάφερε όμως να κάνει κάτι περισσότερο από την 4η θέση στο πρωτάθλημα. Στεφάνοφ, Κουτλουάι οι πρωταγωνιστές της εποχής με τον Νίκο Ζήση να πρωτοεμφανίζεται και τον Άγγλο Μπετς ως βασικό σέντερ αφού ο Τσακαλίδης είχε αποχωρήσει.
Ο αθλητισμός είναι μια παράξενη υπόθεση, και η ιστορία έγραψε πως η μοναδική ομάδα που κατόρθωσε να σπάσει την πρωτοκαθεδρία του Παναθηναϊκού τα τελευταία 13 χρόνια ήταν η ΑΕΚ το 2002, σε μια πολύ περίεργη σεζόν που κατέληξε με θρίαμβο χάρη κυρίως στο λαχείο που άκουγε στο όνομα J. R. Holden αλλά και την υπόθεση ντόπινγκ του Φόρεστ του Ολυμπιακού που τον στερήθηκε στους τρεις τελευταίους τελικούς. Η χρονιά εκείνη έμελε να είναι ουσιαστικά το κύκνειο άσμα της ΑΕΚ, της καλύτερης εποχής του συλλόγου με τέσσερις κούπες σε τρεις σεζόν. Οι Φιλίππου και Γρανίτσας έχοντας βάλει πάρα πολλά χρήματα για χρόνια χωρίς να δουν σπουδαίο αποτέλεσμα, ευτύχησαν να δουν μια ομάδα με δραστικά μειωμένο προϋπολογισμό να κατακτά τον τίτλο. Το πλάνο λοιπόν έλεγε πως θα συνέχιζαν με μικρό μπάτζετ και στηριζόμενοι στο ομολογουμένως πολύ καλό σύνολο Ελλήνων: Χατζή, Κακιούζη, Ζήση, Ταπούτο, Ντικούδη, Μπουρούση, Τσιάρα.
Η ιστορία όμως δεν εξελίχτηκε έτσι. Ένα κατάπτυστο πρωτοσέλιδο υποτίθεται φιλικά προσκείμενης προς την ΑΕΚ εφημερίδας εν μέσω των τελικών των playoffs που ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορούσε τον Κακιούζη για πούλημα αγώνα έστειλε τον αρχηγό προς την έξοδο. Η παρέα των Ελλήνων έμελλε να σπάσει μετά από ένα καταστροφικό τσακωμό του Μιχάλη Κακιούζη με τον Γιάννη Γρανίτσα, τον μοναδικό άνθρωπο στην ιστορία του παγκόσμιου αθλητισμού που κατόρθωσε να καταστρέψει τρία τμήματα του ίδιου συλλόγου: ποδόσφαιρο, μπάσκετ και βόλεϊ.

Τα χρόνια που ακολούθησαν τα πράγματα πήγαν από το κακό στο χειρότερο. Η κάνουλα των χρημάτων είχε κλείσει, η ομάδα έχασε ένα ένα όλα τα αστέρια της έως ότου οδηγήθηκε στην διοίκηση πρωτοδικείου και τελικά στον υποβιβασμό. Καθόλου άμοιρος ευθυνών και ο κόσμος της ΑΕΚ που γύρισε την πλάτη του στην πρωταθλήτρια του 2002 και έβλεπε τον έναν μετά τον άλλον πρόεδρο να ασελγεί εις βάρος της. Ο κάθε επιχειρηματίας που ανέλαβε τις τύχες της ΑΕΚ από καταβολής Α1 μπόρεσε και έκανε όσα έκανε για τον ίδιο λόγο που οι ευτραφείς κυρίες των βορείων προαστίων μπορούν και ντύνουν τα σκυλιά τους με ροζ πουλοβεράκια: γιατί εμείς οι οπαδοί αγαπάμε πολύ το αφεντικό που υπόσχεται να μας ταΐσει για να του δαγκώσουμε το χέρι και να υπερασπιστούμε το δικαίωμα μας να περπατάμε βρώμικοι, πεινασμένοι αλλά με το κεφάλι ψηλά και χωρίς να μας κοροϊδεύουν οι γύρω μας. Σήμερα λοιπόν κλαίω για την μπασκετική ΑΕΚ που αγάπησα, όχι γιατί πέθανε αλλά γιατί πλην ελαχίστων εξαιρέσεων δεν την άφησαν να ζήσει ποτέ."
aek